Παλιά τις Κυριακές έβλεπα το Νιοβάκι. Συχνά όλο το διή-
μερο, μπορεί και τετραήμερο μάλιστα, ερχόταν σπίτι, με άκουγε
να της μιλάω με στρωτή και διαρθρωμένη σύνταξη, με ζεστό τσάι
για το εξαίσιοΆνθος της Ζωής και βλέπαμε παλιές φωτογραφίες.
Ο Πέτρος θυμήθηκε να του λέει για την εκδρομή που θέλανε
νε πάνε αλλά δεν έβρισκαν συνοδούς καθηγητές και για τηνΜπα-
λατσούκα που ενώ αρχικά είχε πει οκέι, τώρα τ’ άλλαζε υπό την
πίεση του Διευθυντή που κάνει αντίποινα για την κατάληψη πριν
τα Χριστούγεννα που συμμετείχαν αρκετά παιδιά απ’ την τάξη,
και να λένε πόσο τους αρέσει η πάπρικα και στους δυο, και για
κείνο το παιδί τονΆγγελο που γνώρισε καλύτερα στην κατάληψη
–και δε θα ταίριαζε πολύ ρε μπαμπά το Νιόβη με το Άγγελος ε!–
που της έπιασε κουβέντα τις προάλλες και να γελάνε, να πίνουν
γουλιές τσάι και να γελάνε δυνατά.
Αφότου πέρασε στη Σχολή αραίωσαν οι επισκέψεις, λογικό.
Θέλει να κάνει και κείνη τη ζωή της, όπως όλοι. Πριν μια δεκαριά
χρόνια είχε αργήσει να πάει να την πάρει από το κολυμβητήριο,
είχε ξεχαστεί για αρκετή ώρα εξαιτίας μιας υπόθεσης.Άρχισε να
τρέχει πάνω-κάτω πανικόβλητος όταν το συνειδητοποίησε. Τι θα
έκανε το Νιοβάκι τόση ώρα μόνο του, με καρφωμένο το βλέμμα
στις κερκίδες ψάχνοντας τον μπαμπά της, κουλουριασμένη μέσα
στην πετσέτα να τραβά επίμονα τη βρεγμένη μπροστινή τούφα
πίσω από το αυτί της; Τα υπόλοιπα παιδιά θα είχαν φύγει εδώ και
ώρα.Ακόμα το θυμάται πολύ έντονα.Ηαλήθεια είναι πως η μικρή
ούτε ανησύχησε τότε ούτε φοβήθηκε. Δεν την είχε πειράξει σχε-
δόν στο ελάχιστο. Όμως ο Πέτρος ερμήνευσε στα μάτια της μια
αγωνία και το πήρε λιγάκι βαρέως.
μερο, μπορεί και τετραήμερο μάλιστα, ερχόταν σπίτι, με άκουγε
να της μιλάω με στρωτή και διαρθρωμένη σύνταξη, με ζεστό τσάι
για το εξαίσιοΆνθος της Ζωής και βλέπαμε παλιές φωτογραφίες.
Ο Πέτρος θυμήθηκε να του λέει για την εκδρομή που θέλανε
νε πάνε αλλά δεν έβρισκαν συνοδούς καθηγητές και για τηνΜπα-
λατσούκα που ενώ αρχικά είχε πει οκέι, τώρα τ’ άλλαζε υπό την
πίεση του Διευθυντή που κάνει αντίποινα για την κατάληψη πριν
τα Χριστούγεννα που συμμετείχαν αρκετά παιδιά απ’ την τάξη,
και να λένε πόσο τους αρέσει η πάπρικα και στους δυο, και για
κείνο το παιδί τονΆγγελο που γνώρισε καλύτερα στην κατάληψη
–και δε θα ταίριαζε πολύ ρε μπαμπά το Νιόβη με το Άγγελος ε!–
που της έπιασε κουβέντα τις προάλλες και να γελάνε, να πίνουν
γουλιές τσάι και να γελάνε δυνατά.
Αφότου πέρασε στη Σχολή αραίωσαν οι επισκέψεις, λογικό.
Θέλει να κάνει και κείνη τη ζωή της, όπως όλοι. Πριν μια δεκαριά
χρόνια είχε αργήσει να πάει να την πάρει από το κολυμβητήριο,
είχε ξεχαστεί για αρκετή ώρα εξαιτίας μιας υπόθεσης.Άρχισε να
τρέχει πάνω-κάτω πανικόβλητος όταν το συνειδητοποίησε. Τι θα
έκανε το Νιοβάκι τόση ώρα μόνο του, με καρφωμένο το βλέμμα
στις κερκίδες ψάχνοντας τον μπαμπά της, κουλουριασμένη μέσα
στην πετσέτα να τραβά επίμονα τη βρεγμένη μπροστινή τούφα
πίσω από το αυτί της; Τα υπόλοιπα παιδιά θα είχαν φύγει εδώ και
ώρα.Ακόμα το θυμάται πολύ έντονα.Ηαλήθεια είναι πως η μικρή
ούτε ανησύχησε τότε ούτε φοβήθηκε. Δεν την είχε πειράξει σχε-
δόν στο ελάχιστο. Όμως ο Πέτρος ερμήνευσε στα μάτια της μια
αγωνία και το πήρε λιγάκι βαρέως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου