Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Αποσπάσματα από το "Σλάλομ" του Νικόλα Καλόγηρου, εκδόσεις Πανοπτικόν

Η μεμβράνη που τυλίγει τα πτερύγιά τους, η ανάλαφρη
δομή της οποίας θύμιζε συχνά το άγγιγμα της βελόνας πάνω στο
περιστρεφόμενο βινύλιο, τα βοηθούσε να μεγιστοποιήσουν τα
ντεσιμπέλ, να πολλαπλασιάσουν το τραγουδιστό τους βουητό και
αφού η δύναμη με την οποία οι πίσω μύες τους τέντωναν και χτυ-
πούσαν αυτό που μάλλον έμοιαζε με τα τύμπανα μιας συρρικνω-
μένης ομάδας κρουστών που γέμιζε ασφυκτικά αίθουσες από
ακόμα πιο μικροσκοπικούς αφισιονάδος του τομ-τομ ή του hi-hat
τα μετέτρεπε ολόκληρα σε ηχητικά παλμικά κύμβαλα, σε εγγενείς
γκρίζους αόρατους ενισχυτές των θάμνων που ακούγονταν μπορεί
και από χιλιόμετρο, συνθέτοντας έτσι το μουσικό χαλί της θερινής
σπαρίλας και επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά το ρόλο του αρχιμαέ-
στρου που κατείχαν τα τζιτζίκια σ’ αυτό το μεσημεριανό instrumental
παραθαλάσσιου εντομολογίου.


Αποσπάσματα από το "Σλάλομ" του Νικόλα Καλόγηρου, εκδόσεις Πανοπτικόν

Παλιά τις Κυριακές έβλεπα το Νιοβάκι. Συχνά όλο το διή-
μερο, μπορεί και τετραήμερο μάλιστα, ερχόταν σπίτι, με άκουγε
να της μιλάω με στρωτή και διαρθρωμένη σύνταξη, με ζεστό τσάι
για το εξαίσιοΆνθος της Ζωής και βλέπαμε παλιές φωτογραφίες.
Ο Πέτρος θυμήθηκε να του λέει για την εκδρομή που θέλανε
νε πάνε αλλά δεν έβρισκαν συνοδούς καθηγητές και για τηνΜπα-
λατσούκα που ενώ αρχικά είχε πει οκέι, τώρα τ’ άλλαζε υπό την
πίεση του Διευθυντή που κάνει αντίποινα για την κατάληψη πριν
τα Χριστούγεννα που συμμετείχαν αρκετά παιδιά απ’ την τάξη,
και να λένε πόσο τους αρέσει η πάπρικα και στους δυο, και για
κείνο το παιδί τονΆγγελο που γνώρισε καλύτερα στην κατάληψη
–και δε θα ταίριαζε πολύ ρε μπαμπά το Νιόβη με το Άγγελος ε!–
που της έπιασε κουβέντα τις προάλλες και να γελάνε, να πίνουν
γουλιές τσάι και να γελάνε δυνατά.
Αφότου πέρασε στη Σχολή αραίωσαν οι επισκέψεις, λογικό.
Θέλει να κάνει και κείνη τη ζωή της, όπως όλοι. Πριν μια δεκαριά
χρόνια είχε αργήσει να πάει να την πάρει από το κολυμβητήριο,
είχε ξεχαστεί για αρκετή ώρα εξαιτίας μιας υπόθεσης.Άρχισε να
τρέχει πάνω-κάτω πανικόβλητος όταν το συνειδητοποίησε. Τι θα
έκανε το Νιοβάκι τόση ώρα μόνο του, με καρφωμένο το βλέμμα
στις κερκίδες ψάχνοντας τον μπαμπά της, κουλουριασμένη μέσα
στην πετσέτα να τραβά επίμονα τη βρεγμένη μπροστινή τούφα
πίσω από το αυτί της; Τα υπόλοιπα παιδιά θα είχαν φύγει εδώ και
ώρα.Ακόμα το θυμάται πολύ έντονα.Ηαλήθεια είναι πως η μικρή
ούτε ανησύχησε τότε ούτε φοβήθηκε. Δεν την είχε πειράξει σχε-
δόν στο ελάχιστο. Όμως ο Πέτρος ερμήνευσε στα μάτια της μια
αγωνία και το πήρε λιγάκι βαρέως.


Αποσπάσματα από το "Σλάλομ" του Νικόλα Καλόγηρου, εκδόσεις Πανοπτικόν

Ήμασταν όλοι στεναχωρημένοι.Ήμασταν όλοι φτωχοί, δη-
λαδή ανίκανοι. Η μιζέρια μάς περικύκλωνε από παντού. Κουβα-
λούσαμε σα σκελετοί τις μικρές και μεγάλες καθημερινές μας
κατραπακιές την ώρα που δήθεν περνιόμασταν γι’ ανάλαφροι.
Βλαστημούσαμε τα ξυπνητήρια λέγοντας πως έτσι θα σταματού-
σαμε τη μέρα, πως θα διακόπταμε αυτή την πανουκλιασμένη ροή
που έφερνε ο μισητός χρονομέτρης, τραμπούκος επιστάτης που
πλάι στο μαξιλάρι μας γάζωνε το δωμάτιο, λεηλατούσε τις ώρες
μας, κάρφωνε τα κορμιά μας και μας χλεύαζε με περισσευούμενα
σάλια για κάποιο μεροκάματο, κι αυτό σακατεμένο κι αβέβαιο.
Αυτό το τικ-τακ που κατασκόπευε τις αϋπνίες μας, τα ιδρωμένα
μας σεντόνια, τα άγχη και τις αγωνίες μας και που όσο συνέχιζε
το σκοπό του τόσο αφαιρούσε ώρες, σαν να μας έχωσε σόνι και ντε
συνέταιρο στις μπαταρίες του και μας έσφιξε χειροπόδαρα στους
δείκτες του για να κυλάμε αλέθοντας τη φορά της μοίρας. Με
τόσες ανασφάλειες και μικρές ψυχώσεις από την αδυναμία να δι-
ευθετήσουμε προβλήματα της καθημερινής ζωής που είχαν συσ-
σωρευτεί στο υποσυνείδητο, δεν τολμούσαμε να πέσουμε ούτε για
ύπνο, χαοτικοί εφιάλτες μάς γρονθοκοπούσαν το νου. Υποθη-
κεύαμε σεμεδάκια και κλειδάριθμους του ΟΑΕΔ για τίτλους ιδιο-
κτησίας κι υπαγωγή σε επίδομα από αγροτικές συντάξεις
ναφθαλίνης.
 Πρωτοκολλούσαμε στα ΦΕΚ κλειτοριδικών σπασμών
 οξυκοτίνης τις ανανεωμένες ανά τρίμηνο κάρτες των ηττών
μας. Ζητιανεύαμε κάνα ψιλό από τα ερευνητικά χέρια της πόρνης
Αγίας Ένωσης, της ιερής δαιμονισμένης που, όταν δε μας μύρωνε
στα ανασφάλιστα πεντάμηνα ή στις απλήρωτες πρακτικές, μας
εξομολογούσε σε δελεαστικές μαθητείες στις Βρυξέλλες και ανα-
κάτευε έμμηνο αίμα και γάλα σε επιδοτούμενα σεμινάρια νέων
πτυχιούχων και διά βίου να ‘χαμε να λέγαμε. Ζαρωμένες εργατο-
ώρες κεντούσαν κασκόλ από ανύπαρκτα ένσημα.Κάλτσες μάλλι-
νες για αστραγάλους πρωτοβάθμιας περίθαλψης στον νότιο πόλο
του βεβαιωμένου πλασματικού μας χρόνου.Ήμασταν οι μοντέρ-
νοι υποτελείς, οι καινούργιοι πληβείοι, και δε χάναμε μόνο τις τσέ-
πες μας, μα επιπλέον τη φαντασία και τη δημιουργικότητά μας.
Είχαμε ξεμακρύνει από το να στήνουμε ζωές, δοθήκαμε εθελού-
σια για πρώτη ύλη στις κρεατομηχανές. Καθηλωμένοι από καιρό
κρεμιόμασταν απ’ όπου έφτανε το χεράκι μας. Και πάντα λέγαμε
«μπόρα είναι» και σφίγγαμε τα δόντια μας, και κάποιοι από το
σφίξιμο τα σπάσαμε και τώρα δε μιλάμε. Και τι να πούμε δη-
λαδή;


https://www.youtube.com/watch?list=PLSRDGXudTSm9trQu_wmOQ3eRUkzzVqazL&v=MpYIELZmo9Yhttps://www.youtube.com/watch?list=PLSRDGXudTSm9trQu_wmOQ3eRUkzzVqazL&v=MpYIELZmo9Y